|
Από την ημέρα εκείνη, μπορώ
να πω, πως μονομιάς σχεδόν, διέκρινα
πού βρισκόταν ο δρόμος και ρίχθηκα με
ενθουσιασμό, με αληθινή αγαλλίασι,
στο ρεύμα του ιστορικού κινήματος.
Είχα ακούσει το κάλεσμά του και το
δέχθηκα. Είχα ακούσει την φωνή του,
την φωνή εκείνη, που τόσο σωστά είπε ο
Μπρετόν, στο πρώτο του μανιφέστο, πως
εξακολουθεί να ψάλλη, και στις
παραμονές του θανάτου, και επάνω από
τις καταιγίδες.
Με όσα είπα πάρα πάνω, δεν εννοώ πως
οι προσωπικές μου προ-υπερρεαλιστικές
θεωρίες ήσαν εντελώς όμοιες ή
ταυτόσημες με το περιεχόμενο του
υπερρεαλισμού, ούτε πρόκειται να
ποζάρω, εδώ, ως πρόδρομός του. Βεβαίως,
οι θεωρίες αυτές, παρουσιάζουν μία
συγγένεια με τις υπερρεαλιστικές,
αλλ’ εν τω συνόλω, ο υπερρεαλισμός
ξεπερνά τις αρχικές μου επιδιώξεις,
και, επί πλέον, μας δίδει τα μέσα μιας
πρακτικής εφαρμογής του
περιεχομένου του, ανοίγοντας
ορίζοντες ακόμη μεγαλειτέρους, από
εκείνους που έβλεπα εγώ στις
προσωπικές μου δοξασίες. Και τώρα,
δράσσομαι της ευκαιρίας, να εκδηλώσω
άλλη μια φορά, εδώ, όλο μου τον
θαυμασμό και όλη μου την ευγνωμοσύνη
στον Ανδρέα Μπρετόν και στους άλλους
υπερρεαλιστάς, οι οποίοι, μετά τον
Σίγκμοϋντ Φρόϋντ και τους
ψυχοαναλυτάς, είναι εκείνοι, που στην
εποχή μας, έχυσαν το πιο πολύ και το
πιο άπλετο φως, μέσα στα πυκνά
σκοτάδια που μας περιβάλλουν.
Και
έτσι, ένας νέος κόσμος ανοίχθηκε
μπροστά μου, σαν ξαφνικό λουλούδισμα
θαυμάτων ανεξαντλήτων. Ένας κόσμος
γύρω μου και εντός μου, ατελεύτητος
και ακαταμέτρητος, ένας κόσμος αλήθεια μαγευτικός, του
οποίου ο υπερρεαλισμός μας έδωσε μια
για πάντα τα ολοφάνερα κλειδιά.
Και
ιδού που μία φράσις γίνεται κορβέττα
και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς
νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή
τραμουντάνα. Μία ανταύγεια ηχεί, μία
σταγόνα πλημμυρίζει και μία φωνή
ανθεί. Ένα παιδί στέκει ορθό σε
ξέφωτο άλσους σιωπηλού και ακαριαίως
μεγαλώνει μπροστά σε μια γυναίκα. Ένα
φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό. Μία
φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική
της δράσι, συνυφασμένη με την ζωή του
θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο,
ή ένα γάντι. Ιδού και μία εφημερίς,
που γίνεται δάσος μυροβόλον, ή και
υψίπεδον με χιονοσκεπείς
κορδιλιέρες. Η ποίησις μεταγγίζεται
στη ζωή και η ζωή στην ποίησι. Η
συμμετοχή μας σε οιονδήποτε
φαινόμενον ή γεγονός, δεν
αποκλείεται πια καθόλου. Ένα
συναίσθημα, μία παρόρμησις, μία λέξις,
μπορούν να γίνουν χειροπιαστές
οντότητες, στιλπνά αντικείμενα με
ζωή παλλόμενη και μορφή δική τους.
Με αυτή την ανακάλυψι και την
προσχώρησί μου στο υπερρεαλιστικό
κίνημα που επηκολούθησε, έθεσα κατά
μέρος, όχι μόνο τις παλαιές μου
τεχνοτροπίες, μα και κάθε
ψωροφιλότιμο και κάθε
κομπορρημοσύνη του είδους εκείνου
που συναντά κανείς τόσο συχνά σε
ωρισμένους ποιητάς και καλλιτέχνας,
που δεν μπορούν να παραδεχθούν
τίποτε άλλο στον κόσμο, έξω από τον
εαυτό τους, και καμιά άλλη προσφορά ή
συμβολή στην ποίησι και στην ζωή,
εκτός απ’ ό,τι απορρέει από την στενή
τους φιλαυτία και τον αφάνταστό τους
ναρκισσισμό.
Εδώ
πρέπει να πω, πως με βοήθησαν πολύ
στην ταχεία κατανόησι και αφομοίωσι
του υπερρεαλισμού, αφ’ ενός οι
ψυχοαναλυτικές μου γνώσεις, και αφ’
ετέρου η φιλοσοφία του Εγέλου. Από
την ημέρα εκείνη, ήρχισα να
χρησιμοποιώ την αυτόματο γραφή,
γράφοντας πυρετωδώς και με αληθινό
πάθος νεοφωτίστου, ποιήματα και
κείμενα. Αργότερα (στα 1935)
συνεκέντρωσα μερικά από τα πρώτα μου
υπερρεαλιστικά γραπτά και τα ετύπωσα
με τον τίτλον Υψικάμινος. Το βιβλίο αυτό αποτελεί
την πρώτη πραγματική εκδήλωσι και
την πρώτη πράξι του υπερρεαλισμού
στην Ελλάδα, αν εξαιρέσω μία διάλεξι
που έκαμα περί του κινήματος και των
επιδιώξεών του την άνοιξι του ιδίου έτους.
Την
εποχή εκείνη, πολλοί κριτικοί
εμίλησαν και έγραψαν χλευαστικώς
περί του βιβλίου αυτού και του
κινήματος που αντιπροσώπευε. Σήμερα
μερικοί εξ’ αυτών, ερωτοτροπούν με
τους υπερρεαλιστάς, μιλώντας για
κάποιον «καλώς εννοούμενον» – ποιος
νάναι τάχα ; - υπερρεαλισμό, τον οποίο
θέλουν κωμικώτατα να αξιολογήσουν οι
ίδιοι, ενώ προ ολίγου ακόμη, διέδιδαν
ότι ο υπερρεαλισμός απέθανε και
ετάφη. Βεβαίως διατηρούν πολλές
επιφυλάξεις πολύ χαρακτηριστικές
της λιποψυχίας των, για όσα ακριβώς
αποτελούν την σπονδυλική στήλη και
την ουσία της θεωρίας, και δείχνουν –τουλάχιστον
οι περισσότεροι- πως ή δεν κατάλαβαν
τίποτε, ή, τότε, ότι αποβλέπουν στην
αποκατάστασι του κλονισθέντος
κύρους των, ενώπιον του κοινού και
των νέων ποιητών, των οποίων το
ενδιαφέρον για τον υπερρεαλισμό
αυξάνει κάθε μέρα. Προφανώς τηρούν
την στάσι αυτή, για να μη μείνουν έξω
από ένα χορό που δεν ηγάπησαν ποτέ
αληθινά, και που ποτέ δεν είχαν το
θάρρος, σαν ουραγοί που είναι, να
σύρουν, όταν ο κόσμος εμαίνετο κατά
των όσων θέλουν, οι κύριοι αυτοί να
μας παραστήσουν σήμερα [1939] , ως
πράγματα που έτυχαν μέχρι τινός (…αν
είσθε φρόνιμα παιδιά, θα σας βάλουμε
ένα καλούτσικο βαθμό, στην εφημερίδα
μας ή στο περιοδικό μας) της ιδικής
των εγκρίσεως, τώρα που ο κόσμος, έστω
και αμυδρά, αρχίζει να καταλαβαίνη.
|